Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

unconditional authority


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο unconditional παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: authority

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unconditional adj (without restrictions)ανεπιφύλακτος, απόλυτος, άνευ όρων επίθ
 The army demanded the rebels' unconditional surrender.
unconditional adj (categorical, absolute)απόλυτος επίθ
 A mother's love for her children is unconditional.
 Η απόλυτη μορφή αγάπης είναι αυτή της μάνας προς το παιδί της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unconditional authority στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «unconditional authority».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!